Εκδήλωση των ΚΟ Νάξου του ΚΚΕ για τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Ιάκωβου Καμπανέλλη

απο Cyclades Open

Πλήθος κόσμου παρακολούθησε τη συναυλία – αφιέρωμα που διοργάνωσαν οι Κομματικές Οργανώσεις του ΚΚΕ στη Νάξο.

Την εκδήλωση άνοιξε ο Βαγγέλης Κορρές μέλος της ΤΕ Ν. Κυκλάδων του ΚΚΕ, ενώ την κεντρική ομιλία έκανε ο Νίκος Σοφιανός μέλος του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ.

Στην εκδήλωση για τον Ιάκωβο Καμπανέλλη, απέστειλε το παρακάτω χαιρετιστήριο μήνυμα η κόρη του Κατερίνα Καμπανέλλη.

Εσείς που μπαίνετε, αφήστε έξω κάθε ελπίδα. Αυτή τη φράση αντίκρισε ο πατέρας μου καθώς έμπαινε στο στρατόπεδο συγκεντρώσεως και εξοντώσεως Μαουτχάουζεν το φθινόπωρο του 1942. Λέγομαι Κατερίνα Καμπανέλλη και είμαι η κόρη του πρώην κρατούμενου Ιάκωβου Καμπανέλλη με αριθμό 37734.

          1942. Ο εικοσάχρονος Ιάκωβος Καμπανέλλης οδηγείται στο ναζιστικό στρατόπεδο Μαουτχάουζεν. Ο πατέρας μου δεν ήταν ούτε Εβραίος, ούτε αντιστασιακός, ούτε κομμουνιστής. Ήταν ένας νεαρός λάτρης της περιπέτειας. Εν μέσω γερμανικής κατοχής έφυγε από την Ελλάδα με ένα φίλο του με τελικό προορισμό την Ελβετία. Στη Βιέννη προμηθεύτηκαν πλαστά διαβατήρια συνελήφθησαν όμως στο Ίνσμπρουκ και ο Καμπανέλλης κατέληξε στο Μαουτχάουζεν, όπου έζησε για δυόμισι χρόνια τη φρίκη και την εγκληματική παράνοια.

         “Το να είσαι κάθε λεπτό μελλοθάνατος δεν είναι λίγο. Δεν περνάει έτσι και φεύγει… σου αφήνει μία αίσθηση ματαιότητας. Χωρίς να σε κάνει απαισιόδοξο. Εγώ εξάλλου είμαι γεννημένος αισιόδοξος. Το στρατόπεδο συγκέντρωσης ήταν ένα γερό μάθημα”, έχει πει ο ίδιος.

          Ο πατέρας μου επέζησε και γύρισε στην πατρίδα τον Αύγουστο του ‘45, αφού προηγουμένως, ως  επικεφαλής της Ελληνικής επιτροπής πρώην κρατουμένων, φρόντισε για την ασφαλή επιστροφή και των Ελλήνων και των Ελλήνων Εβραίων.

           Η εμπειρία του στρατοπέδου ήταν καθοριστική για τη ζωή του και για την επαγγελματική του πορεία.  Στα χρόνια που ακολούθησαν καθιερώθηκε ως θεατρικός συγγραφέας, δοκιμιογράφος, στιχουργός και σεναριογράφος. Θεωρείται μάλιστα ο ανανεωτής της θεατρικής γραφής στην Ελλάδα.  Επιπλέον καθιερώθηκε και σαν πεζογράφος παρ’ ότι έγραψε ένα και μοναδικό βιβλίο, ένα χρονικό, όπως προτιμούσε να το ονομάζει. Ο τίτλος του: Μαουτχάουζεν.                           
Το Μαουτχάουζεν γράφτηκε σχεδόν 20 χρόνια από το τέλος του πολέμου. Γιατί όμως πέρασαν 20 ολόκληρα χρόνια;

            Ο ίδιος αναφέρει : “αυτό εξηγεί και το γιατί το έγραψα, το τι ήθελα να πω. Αν το έγραφα το 1945-46 δεν θα έκανα τίποτε άλλο από το να πω τι συνέβη. Αλλά αυτό ήταν ήδη γνωστό από αφηγήσεις, από ταινίες, από την ατελείωτη αρθρογραφία. Γράφτηκε όταν αισθάνθηκα πάρα πολύ κοροϊδεμένος από τις προσδοκίες που είχα μετά το τέλος του πολέμου, όπου ο ψυχρός πόλεμος είχε ξαναρχίσει. Μετά τη δολοφονία του Κένεντι και την πτώση του Χρουστσόφ. Τα πρώτα μου χειρόγραφα ήταν η καταγραφή των μύθων του πόνου, του τρόμου, του μαρτυρίου, της ελπίδας, της παράνοιας σε ένα τέτοιο στρατόπεδο. Έγραψα το Μαουτχάουζεν για να μιλήσω για τη ματαιότητα όλων αυτών των θυσιών που είχαν γίνει, του αίματος που είχε χυθεί και που ωστόσο δεν έγιναν διδάγματα για τους ανθρώπους. Ένας κόσμος μοιρασμένος, διχασμένος, που δεν είχε διδαχθεί τίποτα από την πρόσφατη ιστορία του, έτοιμος να ξανακάνει τα ίδια.

             Το Μαουτχάουζεν γράφτηκε από μία συσσώρευση απογοήτευσης από ό,τι συνέβαινε στην Ελλάδα την εποχή εκείνη που πλαισιωνόταν από μία απογοήτευση για το ό,τι συνέβαινε σε όλο τον κόσμο. Ειδικά εμείς που βγήκαμε από τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως ήταν φυσικό να έχουμε μία υπερτροφία προσδοκιών. Από την υπερτροφία των όσων είχαμε δει και πάθει πέσαμε σε μία υπερτροφία προσδοκιών. Έτσι είναι η ελευθερία.

            Όταν μπήκα στο στρατόπεδο ήμουνα στην ηλικία που ανακάλυπτα τον κόσμο. Υπήρξε μεγάλο θεατρικό ερέθισμα για μένα αυτή η κοινή μοίρα των 35.000 ανθρώπων που ήμασταν στο κεντρικό στρατόπεδο Μαουτχάουζεν. Που με ένα χτύπημα καμπάνας πηγαίναμε να κοιμηθούμε όλοι μαζί, με ένα χτύπημα καμπάνας έπρεπε να ξυπνήσουμε, με ένα χτύπημα καμπάνας έπρεπε να παραταχθούμε, με ένα χτύπημα καμπάνας να πάμε για φαΐ, με ένα χτύπημα καμπάνας να πάμε για δουλειά και με ένα χτύπημα καμπάνας να ξαναγυρίσουμε μέσα. Μία ομαδική δηλαδή συμπεριφορά, μία κοινή μοίρα διασπασμένη σε τόσο ανθρώπινα πάθη όσοι ήταν οι άνθρωποι που ζούσαν αυτή τη ζωή. Ύστερα ήταν και κάτι άλλο : η αντίφαση των ανθρώπων. Οι αντιφάσεις και η πολυφωνία που έβλεπες να υπάρχουν μέσα στον ίδιο χαρακτήρα. Ένας Ες Ες, ωραιότατος νέος, ωραίος σαν άνθρωπος, ωραίος σαν άντρας, ωραίος σαν μορφή, ήταν παράλληλα και ένα  φοβερό τέρας.”

           Αμέσως μετά την επιστροφή του από την κόλαση του στρατοπέδου ο Ιάκωβος Καμπανέλλης ασχολήθηκε με το θέατρο. Το θέατρο ήταν για εκείνον, ο τρόπος να εκφράσει όλα αυτά που βίωσε μέσα στο στρατόπεδο συγκέντρωσης. Όπως έχει πει ο ίδιος, “Νομίζω ότι το θέατρο στηρίζεται στην επιθυμία να μιλήσω σε πολύ κόσμο από κάποιο βήμα. Ο θεατρικός συγγραφέας μιλάει με λανθάνοντα πολιτικό τρόπο καλύτερα από ό,τι μιλάει ο πεζογράφος ή ο ποιητής. Ίσως αυτό ήταν το δικό μου κίνητρο : να μιλήσω στους πολλούς. Και αυτό νομίζω ότι θα πρέπει να διαμορφώθηκε μέσα στο στρατόπεδο. Η ομαδικότητα που υπήρχε στο στρατόπεδο καθόρισε οπωσδήποτε τον τρόπο που έγραψα. Το Μαουτχάουζεν είναι η πνευματική μου καταγωγή”.

          Μαζί με το χρονικό Μαουτχάουζεν έγραψε και τέσσερα τραγούδια τα οποία μελοποίησε μέσα σε ένα βράδυ ο μεγάλος συνθέτης μας Μίκης Θεοδωράκης και τα ερμήνευσε με την εμβληματική φωνή της η Μαρία Φαραντούρη. Στο πρώτο και γνωστότερο τραγούδι το “Άσμα ασμάτων” ξεκινάει με το στίχο “Τι ωραία που είναι η αγάπη μου”. Η αγάπη έχει μία διάσταση συμβολική, η αγάπη είναι η ελευθερία που είχανε χάσει τότε.

          Είναι πραγματικά εντυπωσιακό πώς ένας επιζήσας ενός στρατοπέδου συγκεντρώσεως και εξοντώσεως μετέτρεψε μέσα από τα γραπτά του τη θηριωδία που βίωσε σε ελπίδα για ένα κόσμο φωτεινό.

           Τα χρόνια που ακολούθησαν από την απελευθέρωση είχε ένα όνειρο: μία μέρα να επιστρέψει στον τόπο του μαρτυρίου. Σε αυτό το όνειρο παγίδεψε και τον Μίκη Θεοδωράκη και μαζί παραβρέθηκαν το 1988 στην ημέρα μνήμης με την ιστορική συναυλία του κύκλου Μαουτχάουζεν ερμηνευμένο από τρεις έξοχες τραγουδίστριες τη Μαρία Φαραντούρη, την Έλινορ Μόαβ και τη Γκίζελα Μάι σε τρεις γλώσσες: Ελληνικά, Εβραϊκά και Γερμανικά.

           Ο πατέρας μου σε όλη του τη ζωή βροντοφώναζε “ποτέ ξανά, ποτέ ξανά! Η λήθη ισοδυναμεί με συγχώρεση. Δυστυχώς ο ναζισμός δεν πέθανε ποτέ, γιατί δεν καταδικάστηκε στο βαθμό που θα έπρεπε”.

Μετά το τέλος της ομιλίας ακολούθησε συναυλία από τους σπουδαίους ερμηνευτές Γιάννη Μπέζο και Βιολέττα Ίκαρη, σε επιμέλεια του Γιάννη Παπαζαχαριάκη, πάνω στο έργο του μεγάλου θεατρικού συγγραφέα Ιακώβου Καμπανέλλη, ο οποίος υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του νεοελληνικού θεάτρου που το έργο του σφράγισε μεταπολεμικά την ελληνική σκηνή και επηρέασε τις μεταγενέστερες γενιές.

Δείτε επίσης