Οι παλιοί βοσκοί στο Φιλώτι της Νάξου

Κωνσταντής Αντωνίου Ψαρράς

απο Cyclades Open

του Εμμανουήλ Ιακώβου Ψαρρά “Γυμναστή”

Ο βοσκός μας, όπως τον ξέραμε τα χρόνια εκείνα, ήτανε ένας φτωχός άνθρωπος, κακοπαθημένος μέσα στις βροχές και το κρύο και πολλές φορές ξεσκισμένος, από μια ζωή μέσα στα βουνά και τ’ αγριόκλαδα. Η καζακίνα του (η κάπα του) που την άφηνε εδώ κι εκεί μέσα στα βουνά (που ήταν το στρώμα και το σκέπασμά του) πολλές φορές σαν την είχε ανάγκη, βρισκότανε κι αυτή μουσκεμένη. Παρ’ όλα αυτά, η δύσκολη ζωή και το βουνό, έπλασαν έναν άνθρωπο ξεχωριστό, αλλιώτικο από τους άλλους, έξυπνο, ψυχερό παληκάρι και ας ήτανε λεπτός κι αδύνατος.

Του είχε δοσμένη το βουνό καλοσύνη, αλλά και αγριάδα, μια λυγερή κορμοστασιά μ’ ένα αεράτο περπάτημα και μια δαχτυλιδένια μέση, που τον έκανα να μην πατεί σε χώμα. Ο βοσκός μας ήταν πάντα πρώτος στους πόλεμους του έθνους, αυτός στο μέτωπο, έβγαινε όλο μπροστά για την κάθε εξόρμηση και την κάθε δύσκολη αποστολή.

Παρ’ όλες τις φτώχιες και τα ελαττώματά του, ήτανε περήφανος, κουβαρδάς και φιλόξενος και το είχε σε κακό όταν περνούσε και ο άγνωστος ακόμη από τη μάντρα του, να μην τον καλέσει να του δώσει νερό όπως έλεγε, να τον περιποιηθεί με το βρισκούμενο κι έλεγε: «Τόχω σε κακό, να περάσεις μια φορά από τη μάντρα μου, χωρίς να σε φιλέψω κάτι τις». Μεγάλη προσβολή και κακό παρατήρημα για τα ζωντανά του, θεωρούσε την αποστροφή του δώρου του, κι ο καθένας άμα δοκίμαζε να το επιστρέψει, το σκεφτότανε πολύ.

Παρ’ όλα τα πρωτόγονα μέσα που είχε στη διάθεσή του, η καλή καρδιά υπήρχε πάντα, για να ζεστάνει, να ταίσει και να κοιμίσει τον κάθε ξενομπασάρη που θα ξέπεφτε στο μαζωμό του. Όταν του τύχαινε περαστικός, παρά τις διαμαρτυρίες του ότι είναι φαγωμένος και δε θέλει τίποτα, αυτός δεν τ’ άκουγε αυτά και σε χρόνο άψε σβήσε (σαν δεν είχε πρόχειρο φαί) κομμάτιαζε αθότυρο, αυτό ήτανε ένα δείγμα εκτίμησης.

Ο βοσκός μας, τιμούσε πάντα και κρατούσε τις φιλίες του κι φρόντιζε ν’ ανταποδώσει με το παραπάνω, κάθε εκτίμηση, περιποίηση και φιλοξενία που του κάνανε. Αυτός είναι ο παρακαλετός κουμπάρος, ο περιζήτητος σύδεκνος (ποτέ δεν έλεγε όχι άμα του προτείνανε κάτι τέτοιο) είναι ο άνθρωπος που έχει σ’ όλα τα χωριά τις πιο πολλές κουμπαριές και φιλίες, από τα πανηγύρια τις περισσότερες φορές. Μέσα στην παρέα του ο βοσκός φάνταζε με το καινούργιο κόκκινο φέσι, φερμένο από την Πόλη, το άσπρο πουκάμισο με τα φουσκωτά μανίκια και τα φιλιτσένια κουμπιά κι εντυπωσίαζε με τον χορό του.

Η μεταξωτή ζώστρα του, στόλιζε πάντα και σφιχτόδενε μια μέση δαχτυλίδι που κρατούσε ένα μαυρομάνικο μαχαίρι, που άφηνε να φαίνεται στα πλάγια η κερατένια λαβή του. Φτερά και παλμό στην κάθε του κίνηση νόμιζες πως του έδινε η σκολιανή του μπλε βράκα, που ήταν καμωμένη από ψιλό σοκόφι, ο δε εφαρμοστός μπιρίκος, με τα δαντελωτά κεντίδια στις άκρες του, σκέπαζε τον κορμό με κομψότητα και χάρη.

Οι καλτοδέτες με τις πλούσιες πολύχρωμες φούντες, κρατούσαν καλά και στόλιζαν τη μπλε κάλτσα κι έδεναν σαν σύνολο με τον πράσινο μεταξένιο ντάκο και το κόκκινο χαμηλό παπούτσι. Ότι φορούσε ο κάθε βοσκός φρόντιζε να είναι ξεχωριστό κι εντυπωσιακό από εκείνα που φορούσαν οι άλλοι. Ιδιαίτερα για το μαχαίρι και το ραβδί, φρόντιζαν να είναι πράγματα που να κάνουν εντύπωση κι όχι κάτι το συνηθισμένο. Ποτέ του για ψύλλου πήδημα, δεν έβγαζε το μαχαίρι από το φηκάρι, ακόμα και στους καβγάδες, μονάχα σε ανάγκη για ν’ απαντηχτεί, αλλιώτικα το θεωρούσαν ντροπή, να βγάνεις το μαχαίρι σου χωρίς σπουδαίο λόγο κι έπειτα χωρίς να ματώσει να το βάνεις στη θέση του. Ούτε ποτέ του έκοβε μ’ αυτό κρομμύδι, το είχε σε κακό. Το σκολιανό του ραβδί (που και στα πανηγύρια θα κρατούσε) ήτανε χυτό με κόμπους, ξυσμένο και γυαλισμένο, στη λαβή ήτανε λίγο πιο χοντρό, το δε μέρος που ακουμπούσε χάμω, προφυλαγότανε μ’ ένα σιδερένιο στεφάνι. Το κάθε πράμα την εποχή εκείνη, για να φτιαχτεί με γούστο, ήθελε το μάστορή του, κι ο βοσκός ότι είχε το ήθελε με τέχνη φτιαγμένο, γι’ αυτό πλήρωνε ακριβά (με αρνιά) για να φτιάξει ένα καλό μαχαίρι και ραβδί.

Για τη συνεννόησή του με τους συντρόφους του, τα ζωντανά του και ιδιαίτερα το σκύλο του, ο βοσκός είχε μια ξεχωριστή γλώσσα, με τα διάφορα σφυρίγματα που την καταλάβαιναν. Με πολύ αργά και παρατεταμένα σφυρίγματα, παρακινούσε και το πιο άγριο πολλές φορές κοπάδι, ν’ ανακόψει το δρόμο του, να ηρεμήσει και σιγά σιγά να σταματήσει. Με δυνατά, κοφτά και γρήγορα σφυρίγματα, παρακινούσε τα ζωντανά που μένανε πίσω, να προχωρήσουνε πιο γρήγορα, για να μην χωριστούνε από το κοπάδι.

Με ειδικά σφυρίγματα καλούσε το σύντροφό του, να γυρίσει ή ν’ απακούσει και το σκύλο του όπου και να ήτανε να φθάσει κοντά του το γρηγορότερο. Με σφυρίγματα παρακινούσε ακόμη, να πιούνε νερό τα ζωντανά και να μην ανησυχήσουνε, όταν κάποιος περνούσε από τη μέση του κοπαδιού και πεσμένα κάτω τα ζωντανά, ξεκουραζότανε κι αναχαράζανε. Ήξερε την τέχνη κι είχε την ικανότητα να γυμνάσει τα σκυλιά του στο πιάσιμο και το κράτημα κάθε αγριοκάτσικου, αλλά και στο διάλεγμα και το πιάσιμο του καλύτερου από τα λιανά ζωντανά που θα έκλεβε.

Όταν καλούσαν το βοσκό μας να ορκιστεί για μια υπόθεση κλεψάς που τον είχαν για ένοχο, στην πρόσκληση που του κάνανε πήγαινε, γιατί η άρνησή του ήταν δείγμα ενοχής κι αρχή πολέμου. Πάντα έλεγε την πάσα αλήθεια, γιατί ήξερε καλά, ότι τίποτα δε μένει μυστικό όταν το ξέρει ένας ακόμη. Αυτός πάσκιζε κι ήθελε να έχει την υπόληψη του, που θα την έχανε όταν έπαιρνε τον ψεύτικό όρκο και η αλήθεια τελικά μαθευόταν, κανένας πια δεν τον πίστευε, σ’ ότι έλεγε με όρκο ή χωρίς όρκο.

Ο βοσκός μας ήτανε άνθρωπος λιγομίλητος (πολύ σκεπτότανε και λίγο μιλούσε) και δεν του αρέσανε καθόλου τα καταλαλήματα και τα ξελέχια. Σε ότι άκουγε κι έβλεπε να γίνεται γύρω του, δεν του αρέσανε να κάνει νταουριάσματα, που δεν τα ήθελε ούτε για τον εαυτό του, αλλά ούτε του άρεσε να τα κάνει ο ίδιος σε ξένο. Σαν του κλέβανε ζωντανό, παραφύλαγε τις νύχτες όπου είχε υποψία καμιά φορά τους πετύχαινε την ώρα που βράζανε το κλεψιμέικο, τότε κάθιζε κι έτρωγε μαζί τους και στο τέλος του δείχνανε τα σημάδια, τ’ αφτιά με τα σφραγίσματα. Άμα ήτανε δικά του κι έβρισκε παστρικιά δικαιολογία (ότι ήτανε ασφράϊστο και δεν το γνωρίσανε τα κοπέλια) τους τη χάριζε ή έπαιρνε γι’ αποζημίωση κάτι, αλλά και για δικό του σαν ήτανε, και για το ξένο, ποτέ δεν έβγαινε άχνη από το στόμα του.

Για να επιβιώσει ο βοσκός, έπρεπε να τον λογαριάζουνε και να τον φοβούνται, για να μην του κλέβουνε το έχι του, δηλαδή έπρεπε να είναι κλέφτης. Η κλεψά στον τόπο μας ήτανε μια πολύ παλιά συνήθεια, που είχε κάτι από τη ζωή της Σπάρτης, αξιέπαινος ήτανε ο κλέφτης που δεν πιανότανε και κατηγορούμενος απ’ όλοι σαν τον πιάνανε και λέγανε μάλιστα: «Ξέρεις να κλέψεις; Ναι, αμέ να κρύψεις; Όχι, ύρεβγε ταδεμή τη δουλειά στου τσαι παράτατα». Το κρέας της προξενιάς, του γάμου, της βάφτισης και της κάθε σημαδιακής μέρας έπρεπε να πάει στο σπίτι από κλεψιμέικο.

Ο βοσκός ήτανε άνθρωπος περήφανος και κρατούσε πάντα τον άγραφο νόμο, όπως τον ήθελε από το χωριό μας, που ήτανε: «Να μην κλέψει ποτέ του γέρο και παιδί, χήρα και γείτονα, και ν’ απέχει μακριά από βοή κι ανεμπουμπούλα» δηλαδή να μην τρέξεις να εκμεταλλευτείς μια σοβαρή αρρώστια ή θάνατο που χτύπησε μια φαμέλια (και του εχθρού σου ακόμα) τότε που τα πάντα έχουν αφεθεί στην τύχη τους, γιατί τότε, γρήγορα θα τύχει και σε σένα το ίδιο.

Ο βοσκός μας δεν έκλεβε ποτέ του εργαλεία (μαχαίρι, πριόνι, αξίνη, σκοινί κλπ) ούτε σπίτι κι ας ήτανε ανοιχτό με λίρες γεμάτο, την κλεψά την ήθελε παστρικιά και παλικαρίσια και μονάχα σε ζωντανά. Ήθελε η κλεψά του, να έχει μέσα ντράκους, να τρέξει, να πηδήσει, να σηκώσει, να βραχεί και να παλαίψει, για να πετύχει αυτό που ήθελε. Όλη τη Σαρακοστή ο βοσκός κι η φαμέλια του νηστεύανε και το Πάσχα ήτανε δυνατό να έχουνε κλεψιμιό στο τραπέζι τους.

Υπήρχαν βέβαια εκτός από τους βοσκούς που κυνηγούσαν την παλικαρίσια κλεψά και οι εξαιρέσεις της. Αυτοί ήταν οι σκατοκλέφτες, τρυπιάδες και ρυμνάδες τους φωνάζανε για κατηγόρια. Οι περισσότεροι είχανε παρμένο απολυτήριο από τ’ Ακρωτήρι και καθότανε στο χωριό χωρίς δουλειά και χαρτζιλίκι για τσιγάρο και καφενέ. Για να ζήσουνε ανοίγανε τα σπίτια αυτών που λείπανε στην εξοχή, στην ξενιτιά και διαρμίζανε τα κελάρια τους παίρνοντας λίγο λάδι να το πουλήσουνε, για τα στραβά έξοδα.

Στο τέλος καταντούσαν κλεφτοκοτάδες (μια βρισιά που ο βοσκός τη θεωρούσε πολύ βαριά) ή κάνανε το μεσίτη σε ξενοχωριανούς, για βρωμοδουλειές που γινότανε μέσα στο χωριό μας. Από την άλλη μεριά υπήρχανε κι οι μπουμάδες, αυτοί κλέβανε χωρίς αιτία το σύντροφό τους, το συγγενή τους, ένα χωριανό. Επειδή είχε κοντινά τσακώματα με κάποιο που δεν χωνεύανε κι οπωσδήποτε θα έριχνε πάνω του κάθε κλεψά που θα πάθαινε, τον έκλεβε για να προκαλέσει οικογενειακές διχόνοιες κι αυτός απέξω από τον χορό να χασκογελά, που τα κατάφερε να βάλει τους άλλους να τρώγονται.

*Στη φωτογραφία εξωφύλλου ο γέρο Γλυτσαρολιός απ’ το Φιλώτι (Ηλίας Ιωάννου Προμπονάς, 1876 – 1963) βοσκός στην περιφέρεια του Μαραθού.

Δείτε επίσης