Σίφνος: «Καλά είστε εδώ»

Δάφνη Καψάλη

απο Cyclades Open

Ξημέρωσε Κυριακή και αντιθέτως από την Πουλοπουλική τάση “Ξημερώνει Κυριακή/μη μου λυπάσαι”
εγώ είμαι στα μαύρα πανιά.

Μια συνέντευξη χτες που θα προλάβω λογικά να απομαγνητοφωνήσω για να βγει Τρίτη, ένα κείμενο που ζορίζω 20 μέρες και δεν μ’ αφήνουν τα τρέχοντα να το γράψω (μόνο ένα; πολύ γέλασα) ένα κάτεργο που διάλεξα για δουλειά κι έρχεται η φωτιά στη Σέριφο να με κάνει βαπόρι δεμένο στο λιμάνι με 9 μποφόρ από χτες. Γράφω το μανιφέστο μου το πρωί στο fb, να βγεί κάτι από μέσα μου, να αλαφρώσω και λίγη ώρα μετά διαβάζω αυτό το κείμενο στις “Βιώσιμες Κυκλάδες”.

Και χαμογέλασα….ίσως να ναι και οιωνός που στη λίστα παίζει το “Με μια πίστη μισή” του Μάλαμα, τραγούδι που συνοδεύει τη ζωή μου από τη Θεσσαλονίκη και μετά σαν υπενθύμιση ζωής.


Κείμενο της Δάφνης Καψάλη, αναδημοσίευση από της “Βιώσιμες Κυκλάδες”…η ζωή μας όλη στα Κυκλαδονήσια….

Θέλω να πω ορισμένα πράγματα που γυρίζουν στο μυαλό μου χρόνια – γυρίζουν και φεύγουν, τα αφήνω να φύγουν, γιατί θέλει ενέργεια και θέλει κουράγιο να τα βάλεις κάτω και να τα δεις, πόσο μάλλον να τα πεις. Κι εγώ δεν έχω πάντα το κουράγιο. Αλλά τώρα, με την αρχή μιας ακόμα σεζόν και διάφορες αφορμές, σε κάποιο γύρο τους γίναν ξεκάθαρα – και θα τα πω, πριν φύγουν πάλι.

Η Δάφνη είναι συγγραφέας και μεταφράστρια. Ζει στη Σίφνο με τέσσερα γατιά και έναν κατακόκκινο ιβίσκο.

Δεν είμαι ιστορικός, δεν είμαι καν πολύ καλά πληροφορημένη – ξέρω όμως πως τα νησιά μας έχουν ζήσει χιλιάδες χρόνια χωρίς τουρισμό. Άλλοτε πιο εύκολα κι άλλοτε πιο δύσκολα, άλλοτε με ευημερία κι άλλοτε με οικογένειες χωρίς πατεράδες, γιατί οι πατεράδες δούλευαν στα πλοία – αυτό, σχεδόν, προχτές. Παλιά είχαν χρυσάφι και μάρμαρο και πειρατές, στόλους και ακροπόλεις. Πιο πρόσφατα, στη Σίφνο, δεκάδες εργαστήρια κεραμικών και άνυδρες ντομάτες. Ζούσαν – καλά, καλύτερα, χειρότερα· πάντως ζούσαν.

Κι ο τουρισμός: να ‘ναι πενήντα χρόνια το πολύ; Και στην αρχή, θα ‘τανε μάλλον ενδιαφέρον, αν και παράξενο, αυτοί οι πιο καλοντυμένοι από τις πόλεις ανάμεσά τους, εκλεπτυσμένοι, ίσως, αλλά ευγενικά, να αγοράζουν κεραμικά και (ύστερα) θεμωνιές, κι άνοιξαν οι φιλόξενοι (αν και λίγο σαστισμένοι) Σιφνιοί τα ασπρισμένα σπίτια τους και τους έμαθαν τη μανούρα και τη ρεβιθάδα και να λένε, με περηφάνια, σα να μιλάνε ξένες γλώσσες, «ίντα κάνεις;». Τους ρώτησε όμως κανείς αν τον θέλανε τον τουρισμό; Αν ήξεραν τι σημαίνει; Ρητορικό: κανείς δε σκέφτηκε να κάνει την ερώτηση. Κι ο τουρισμός ήρθε, ερήμην των πολλών και προς συμφέρον κάποιων, που ‘χαν ξενοδοχείο ή τον χώρο να το κάνουν, ή μια ταβέρνα οικογενειακή. Ήτανε πρόοδος, κι η πρόοδος είναι πάντοτε καλή, δεν είναι; Δεν ήταν, όμως, ακριβώς επιλογή τους, των Σιφνιών και των Παριανών και των Σαντορινιών· ήταν απλά αυτό που έγινε, σταδιακά, μέχρι που φτάσαμε εδώ για να μας λέτε «από αυτό ζείτε». Λες και αυτό είναι επιχείρημα, και να ‘τανε αλήθεια.

Κι είμαστε τώρα στο 2024 και οι ρεβιθοκεφτέδες είναι αποδομημένοι κι ένας Αμερικάνος με ρωτάει πού θα βρει artisanal food market και η Γαλλίδα θέλει να πάμε να της στρώσουμε τα κρεβάτια πριν έρθει γιατί η ίδια δε μπορεί να σκύβει, και να μην έχει φύλλα στην αυλή από τη βουκαμβίλια και να ‘ναι όλα πράσινα στον κήπο – τι σημαίνει δεν έχει βρέξει; Τι σημαίνει δεν έχετε νερό; – κι είναι και κάτι άλλες που ‘χουν έρθει παρεάκι woke για βίγκαν γιόγκα ριτρίτ και φοράνε σαλβάρια και σάρπες και σανδάλια και θέλουν να πάω στο δωμάτιό τους να τους κάνω μασάζ για 30 ευρώ, που στο Παρίσι δίνουν 100, αλλά άλλο το Παρίσι και τιμή μου κιόλας, κι ένας στο Πάνω Πετάλι παραπονιέται γιατί δεν έχει πίεση το ντους το απόγευμα μετά την παραλία που όλοι πλένονται, κι άλλος γιατί δεν έχει ερκοντίσιον στο δωμάτιο κι ένας τρίτος ασπρίζει με ασβέστη τον τοίχο δίπλα στην πισίνα του, γιατί είναι παραδοσιακό, κι είναι ο εχθρός το τσιμεντόχρωμα κι όχι το 4Χ4 που κουβάλησε από την Αθήνα και δεν βρίσκει, παραδόξως, πού να παρκάρει, κι αυτός ο συνωστισμός στους δρόμους, επιτέλους, τι θα γίνει ρε παιδιά; Υποδομές δεν έχετε; Αφού ζείτε από τον τουρισμό.

Και να ‘τανε αλήθεια, τουλάχιστον. Αλλά εγώ, απ’ τους Σιφνιούς που ξέρω που έχουν τουριστικές επιχειρήσεις, κανείς δεν δουλεύει τέσσερεις μήνες κι αράζει τους υπόλοιπους. Μόλις κλείσει η σεζόν, πιάνουν την τσάπα ή το φτυάρι· αφήνουν το ταξί και μπαίνουν στη νταλίκα και το τάμπερ· έχουν κατσίκια, χωράφια, μέλισσες, και χίλιες-δυο αγωνίες, όπως κι εσείς. Και σίγουρα υπάρχουν κι αυτοί που τα κονομάνε (όπως μας λέτε, με ύφος σοφού) κι ύστερα μαύρη πέτρα ως την επόμενη χρονιά· σίγουρα, αυτοί που βλέπουν τους τουρίστες σαν ευρώ με σαγιονάρες και έγκαυμα στους ώμους και τους πουλάνε αποδομημένη χωριάτικη και εμπειρίες boutique και στα παπάρια τους εάν εσύ, ο κάθε εσύ, έχεις δουλέψει σαν το σκυλί (στο εργοστάσιο, μεροκάματο) 51 εβδομάδες, για να ‘χεις αυτήν εδώ τη μία, για να περάσεις καλά. Εδώ, που «μια χαρά είστε εσείς», όπως συχνά μας ενημερώνετε.

Υπάρχουν κι αυτοί, κι εδώ, όπως παντού. Αλλά γιατί μας πετάτε όλους στο ίδιο καζάνι κι απαιτείτε, συγχρόνως, να σας ξεχωρίσουμε εμείς; Ο καλός τουρίστας, σε αντίθεση με τον κακό, ο συνειδητοποιημένος επισκέπτης, αυτός που σιφνιοκρατεί, αυτός που έχει σπίτι από το ‘80, αυτός που ξέρει την καλή μανούρα και σε χτυπά στον ώμο φιλικά και σου λέει «ίντα κάνεις;». Αν είναι όλοι οι νησιώτες λαμόγια, είναι και όλοι οι τουρίστες απαίσιοι. Άσπρο-μαύρο, σαν τη σκακιέρα, κι εμείς πιόνια παραταγμένα στρατηγικά, οι μεν και οι δε, με παγωμένα χαμόγελα και παράλογες απαιτήσεις. Όχι; Διαλέξτε. Θα παίξουμε σκάκι, ή θα βρούμε κάποιον τρόπο να συνυπάρξουμε, με σεβασμό τουλάχιστον, αμοιβαίο, αν όχι πάντα αρμονικά, σε νησιά που πάνε από 3.000 κατοίκους σε 30.000 επισκέπτες σχεδόν αποβραδίς;

Αλλά και αλήθεια να ‘τανε, τι πειράζει; Πώς έγινε κατηγορία το «μια χαρά είστε εδώ», πώς έγινε κατακριτέο το να ζεις καλά; Όλοι κάπου ζούμε κι όλοι από κάτι. Κι όλοι, στο τέλος, θέλουμε να ζήσουμε καλά. Δεν ξέρω γιατί φαντάζεστε πως είναι όλα ρόδινα στα νησιά κι ακόμα περισσότερο δεν ξέρω γιατί σας ενοχλεί. Δεν θα μπω στη διαδικασία να αναλύσω τις δυσκολίες του (υπερ)τουρισμού και των συνεπειών που έχει στην καθημερινή μας ζωή το καλοκαίρι, αλλά ούτε και την καθημερινή μας ζωή τον χειμώνα, τους υπόλοιπους οχτώ μήνες, που μας φαντάζεστε, δεν ξέρω, σε βακχικά όργια να μετράμε τα λεφτά που κονομήσαμε, στεφανωμένοι με βουκαμβίλιες. Δεν χρειάζεται.

Δεν είμαι εδώ για να σας τραγουδήσω το έπος του απομονωμένου νησιώτη (αν και είναι ωραίο, έχει τον Ποσειδώνα μέσα, και ασκιά με ανέμους, κι ένα μεταλλικό πουλί που έρχεται, ίσως, να σε πάρει, αν προλάβει, αλλιώς το χώμα να ‘ναι ελαφρύ, για να μην πω και τα χειρότερα: που τσακωνόμαστε για ένα πακέτο τσιγάρα, η Παναγιά να μας φυλάει), αλλά, αντίστοιχα, αφήστε κάτω κι εσείς το μπαγλαμά της ταλαιπωρίας σας στην μία πόλη ή την άλλη και το ρεφραίν «καλά είστε εδώ» (αμάν, αμάν, αμάνι) κι ελάτε να συνυπάρξουμε όσο μπορούμε πιο ευγενικά. Ή, αν δε σας πείθω, ελάτε κι εσείς να ζήσετε εδώ, μαζί μας, το χειμώνα, ώσπου να καταλάβετε γιατί απ’ τον Απρίλιο αρχίζουν να μας ζώνουν οι οχιές. Διαλέξτε όμως.

Σίφνος, 22 Ιουνίου 2024

Πηγή: Βιώσιμες Κυκλάδες/Δάφνη Καψάλη

📸Johnny Africa/Unsplash

Δείτε επίσης