“5”

Ειρήνη Προμπονά

απο Cyclades Open

Κάποτε θ’ αποδίδουμε δικαιοσύνη μ’ ένα άστρο ή μ’ ένα γιασεμί,

σαν ένα τραγούδι που καθώς βρέχει, παίρνει το μέρος των φτωχών

Τάσος Λειβαδίτης

Ήταν πέντε γυναίκες. Πέντε εργάτριες.

Στον σύγχρονο κόσμο που χτίστηκε πάνω στα σάπια θεμέλια του παλιού, ακόμη και η γλώσσα έχει αλλάξει στρατόπεδο. Η «εργασία» έγινε «απασχόληση» και ο «εργαζόμενος» «απασχολούμενος». Λέξεις που μοιάζουν αθώες, αλλά δεν είναι. Το «απασχολούμαι» ακούγεται πιο ελαφρύ, σαν δραστηριότητα που γεμίζει τον χρόνο, όχι σαν βαρύ κάτι που τον εξαντλεί. Δεν στάζει ιδρώτα, δεν κουβαλά ανάγκη επιβίωσης.

Κι όμως, η πραγματικότητα είναι αμείλικτη: μισθοί-χαρτζιλίκι που τελειώνουν πριν τελειώσει ο μήνας, βάρδιες που λυγίζουν το σώμα, αγωνία που δεν αφήνει χώρο για ανάσα. Οι λέξεις έχουν δύναμη. Όταν αλλάζουν οι λέξεις, αλλάζει και ο τρόπος που βλέπουμε τον άνθρωπο. Η γλώσσα γίνεται εργαλείο αποσιώπησης, ενίοτε και παραπλάνησης.

Όσοι αποφασίζουν για όλους μας δεν ζουν την ίδια ζωή. Δεν ξυπνούν στις 4 για τη βάρδια, δεν μετρούν κέρματα στο σούπερ μάρκετ, δεν τρέμουν αν η κάρτα θα «περάσει». Δεν προσπαθούν να χωρέσουν δύο ζωές –δουλειά και οικογένεια– σε μία μέρα, τρέχοντας τα παιδιά απο σχολείο, σε δραστηριότητες, πληρώνοντας φροντιστήρια, γλώσσες, λογαριασμούς. Κι όμως, το 13ωρο παρουσιάστηκε ως «επιλογή», λες και υπάρχει πραγματική δυνατότητα επιλογής, να θέλεις να δουλεύεις δυο δουλειές, όχι από ανάγκη, αλλά επειδή το θέλεις.

Πέντε γυναίκες. Εργάτριες, κόρες, μάνες, αδερφές, σύζυγοι, γιαγιάδες. Πέντε συνάνθρωποί μας.

Δούλευαν νύχτα σε εργοστάσιο μπισκότων. Η νυχτερινή βάρδια ήταν ο τρόπος να σταθούν όρθιες απέναντι στις υποχρεώσεις τους. Το πρωί είχαν άλλη βάρδια: τη φροντίδα. Των παιδιών, των ηλικιωμένων, των ανθρώπων τους. Η αόρατη εργασία που δεν πληρώνεται, δεν αναγνωρίζεται, δεν καταγράφεται. Η εργασία που θεωρείται δεδομένη για μια γυναίκα.

Αυτές οι γυναίκες κάηκαν ζωντανές. Έκρηξη. Πολύμηνη και εκτεταμένη διαρροή προπανίου, λέει το πόρισμα της Πυροσβεστικής.

Και από αυτό το σκηνικό λείπει μια πρωταγωνίστρια: η πολιτεία.


Απούσα. Αδρανής. Φωνασκούν οι αρμόδιοι, αντί να σκύψουν το κεφάλι και προσπαθούν πριν καν βγεί πόρισμα να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα.

Εργαζόμενες μητέρες χωρίς δομές φροντίδας. Επιδόματα-ασπιρίνες. Πολιτικές που δεν χτίζουν κουλτούρα πρόνοιας, αλλά κουλτούρα επιβίωσης. Η δημόσια συζήτηση εξαντλείται στο «να κάνουμε παιδιά», χωρίς να ενδιαφέρεται για το πώς μεγαλώνουν, αυτά τα παιδιά και σε τι συνθήκες ζουν οι γονείς τους, πως παλεύουν.

Φωνάζουν για το δημογραφικό, αλλά ξεχνούν ότι τα παιδιά χρειάζονται γονείς παρόντες, όχι εξαντλημένους ανθρώπους. Χρειάζονται δημόσιες δομές για στήριξη, όχι ευχολόγια. Ένα κράτος πρόνοιας, όχι υποκρισία.

Όσο κι αν ορισμένα Μέσα ή σχολιαστές προσπαθούν να εξωραΐσουν το δυστύχημα, να μετατοπίσουν την ευθύνη, οι πέντε αυτοί θάνατοι αποκαλύπτουν κάτι βαθύτερο:

Ότι η ζωή των εργατών –και ιδιαίτερα των εργατριών– θεωρείται αναλώσιμη.
Ότι η φροντίδα της οικογένειας παραμένει αόρατη και όταν γίνεται ορατή θεωρείται αυτονόητη.
Ότι η ασφάλεια δεν είναι, τελικά, προαπαιτούμενο. Το 2025, 201 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους στη δουλειά και 332 τραυματίστηκαν σοβαρά, σύμφωνα με την ΟΣΕΤΕΕ.
Ότι η πολιτεία εμφανίζεται μόνο για να θριαμβολογήσει για μια ανάπτυξη που αφορά λίγους, όχι για να προστατεύσει αυτούς που συμβάλουν στην πραγματοποίησή της για το μεροκάματο.

Πέντε γυναίκες χάθηκαν μέσα σε μια νύχτα, αφήνοντας πίσω παιδιά, οικογένειες, φίλους.
Μαζί τους χάθηκε –έστω για λίγο– η ψευδαίσθηση ότι «όλα βαίνουν καλώς», όπως διαφημίζουν οι μπροσούρες της επιτυχίας.

Στην πραγματικότητα, τίποτα δεν βαίνει καλώς όταν οι άνθρωποι που κρατούν όρθια την κοινωνία πεθαίνουν – κυριολεκτικά – στη δουλειά για ένα μεροκάματο.
Δεν χρειάζεται να θυσιαστούν κι άλλοι για να συνειδητοποιήσουμε ως κοινωνία αυτό που παραμένει αόρατο, μέχρι να γίνει ορατό μόνο όταν είναι πια πολύ αργά.

📸Anna Rozwadowska/Unsplash

Δείτε επίσης